6 Οκτ 2013

Τα τριάντα φιλιά του ήλιου [Μυθιστόρημα του Ν. Λυγερού]


Τα τριάντα φιλιά του ήλιου
Μυθιστόρημα του Νίκου Λυγερού 
Ολόκληρο το βιβλίο σε επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Ένιωσα πάνω στα βλέφαρά μου εκείνο το τρυφερό φως της χαραυγής και δάκρυσαν τα μάτια μου. Θυμήθηκαν τα χάδια της νύχτας και της αόρατης βροχής. Έβρεχε το φως πάνω μας και ήπιαμε τη σιωπή του. Δεν είπαμε τίποτα, όμως τα χέρια σου μίλησαν και άκουσα για πρώτη φορά το φως της νύχτας πάνω στην ανοιχτή πληγή της ημέρας.

Κυλούσε πάνω μου η ιστορία της στιγμής κι έπαψε η αθανασία. Ήσουν τόσο κοντά μου που σ’ έχασα μέσα μου και σε βρήκα και πάλι στην αγκαλιά μου. Χύθηκε ο πόθος μες στο πάθος κι άγγιξα την ελευθερία της σκλαβιάς. Ακόμα κι όταν άνοιξαν τα μάτια μου δεν λύθηκαν τα δεσμά της ανάγκης. (απόσπασμα)


Δελτίο τύπου: Τα τριάντα φιλιά του ήλιου - Ν. Λυγερός

Όταν ο συγγραφέας γράφει τα τριάντα φιλιά του ήλιου δεν γράφει μόνο ένα συμβατικό μυθιστόρημα ή μία ποιητική συλλογή διηγημάτων, γράφει μία οπτική όπερα όπου η ζωγραφική πήρε τη θέση της μουσικής.

Το βιβλίο δεν είναι μία μυστική αναφορά στην πρώτη επανάσταση, μα ένα αφήγημα σε μια από τις αναστάσεις του λαού.

Όπως το βιβλίο δεν είναι παρά μόνο οι τριάντα σελίδες ενός ξεχασμένου ημερολογίου, δεν πρέπει να το αγγίξουμε δίχως το πνεύμα του Kafka ή τη δομή του Kundera. Είναι το βιβλίο του μύθου, της ουσίας της ιστορίας. Δεν υπάρχουν ημερομηνίες, μόνο ημέρες. 

Δεν υπάρχουν επώνυμοι, μόνο ήρωες. Δεν υπάρχουν ανώνυμοι, μόνο άνθρωποι. Είναι η ιστορία μιας αναμενόμενης λήθης. Είναι η μνήμη μιας άγνωστης θυσίας. Είναι τα ίχνη ενός οράματος. 

Κάθε πρόσωπο του βιβλίου είναι ένα κομμάτι ενός ανύπαρκτου λαού στον οποίο χρωστάμε την ελευθερία της σκέψης μας.

Ο συγγραφέας συνδυάζει ερωτικές με πολεμικές σκηνές δίχως να διαχωρίζει τον πόθο από το πάθος.

Οι άνθρωποι του έργου, καταδικασμένοι εις ζωή, παλεύουν εναντίον της τύχης για να γράψουν το πεπρωμένο τους. Ο καθένας μόνος μέσα στην ερημιά του πλήθους, βλέπει αυτό που όλοι κοιτάζουν: τον μύθο της ιστορίας. Και ο καθένας μαζί με τους άλλους ζει την ιστορία του μύθου. Ζούμε μαζί τους τη δύναμη του πολέμου και του έρωτα όταν κάθε στιγμή είναι ένα κομμάτι αθανασίας.

Το επικό ύφος γίνεται τρυφερή κίνηση μέσα στη νύχτα της βαρβαρότητας. Τα τέρατα αντιστέκονται στα κτήνη για να μην χαθεί ο άνθρωπος. Ο κλέφτης αντιπροσωπεύει το νοητικό σχήμα του Προμηθέα. Δεν υπάρχουν τα δικαιώματα που δεν διεκδικούμε. Πρέπει να τα κλέψουμε από τον κατακτητή. Τα φαντάσματα του αγώνα ανήκουν στο παρελθόν αλλά όχι μόνο. Είναι τα ερείπια του άλλου αγώνα. Πόσες ήττες για μια νίκη; Πόσες θυσίες για μια ζωή; Πόσοι θάνατοι για ένα όραμα;

Αν ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην πρώτη επανάσταση, δεν είναι για τη θυσία μα για το έργο της. Οι τότε αγωνιστές ήξεραν πριν δώσουν την πρώτη μάχη ποιο θα ήταν το τέλος τους. Ήξεραν ότι η αντίσταση ήταν πρόωρη. Ήξεραν όμως ότι πρέπει να γίνει, όχι για να νικήσουν μα για να χάσουν, όχι για να δοξαστούν μα για να ξεχαστούν. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να σωθεί ο μύθος. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος για τους καταδικασμένους.

Διότι δίχως σταύρωση δεν θα υπήρχε ανάσταση.

Το βιβλίο παρουσιάζεται ως κλειστό, ακόμα και απόκρυφο. Είναι όμως μία ανοιχτή δομή όπου ο αναγνώστης μπορεί να δημιουργήσει τη μνήμη του ξαναπαίζοντας όχι τον ρόλο του, μα ολόκληρο το έργο της ιστορίας. Είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσει η μνήμη μέσα στη λήθη και εκτός χρόνου.

Τα τριάντα φιλιά του ήλιου
Συγγραφείς: Νίκος Λυγερός
Θέμα: Ζωγραφική
Εκδότης: Σπανίδης
Εικονογράφηση: Σ. Αναστασιάδη
Σελίδες: 32
ISBN: 9789606653056
Ημ. Έκδοσης: 01/04/2006



  • Δείτε τα βίντεο με την Βιβλιοπαρουσίαση του Μυθιστορήματος «Τα τριάντα φιλιά του ήλιου», το οποίο έχει ως αφορμή την Ελληνική Επανάσταση, από τον ίδιο τον συγγραφέα Νίκο Λυγερό.
Βιβλιοπαρουσίαση Τα τριάντα φιλιά του ήλιου. Présentation du livre Les trente baisers du soleil. Αλεξανδρούπολη, Alexandroupolis, Grèce 15/05/2006.


«Τα τριάντα φιλιά του ήλιου» Σάπες (Οι Σάπες είναι κωμόπολη στον Νομό Ροδόπης) στις 02/12/2007.



    1. Ν. Λυγερός - Βιβλιοπαρουσίαση: Τα τριάντα φιλιά του ήλιου". Σάπες, 02/12/2007Βιβλιοπαρουσίαση Τα τριάντα φιλιά του ήλιου. Présentation du livre Les trente baisers du soleil. Παραλίμνι, Κύπρος 23/09/2007  


Η σκηνική δομή των 30 φιλιών του ήλιου - N. Lygeros 
Μετάφραση: R. Moussouli

Τα τριάντα φιλιά του ήλιου που αντιπροσωπεύουν εννοιολογικά τα ερείπια ενός έργου ιστορικά σχετιζόμενου με γεγονότα που αναφέρονται στην ελληνική επανάσταση και στα προγενέστερα γεγονότα εξερευνώντας την πολυκυκλική όψη του χρόνου όπως στα σενάρια «Οι σκιές του πύργου» και «Στο σταυροδρόμι του γαλάζιου», προσφέρουν μεγάλες δυνατότητες με όρους σκηνοθετικούς. Παρά μια μορφή εμφανώς ανένδοτη δηλαδή μια μοναδική παράγραφο δια επεισόδιο, το έργο που είναι ηθελημένα μη γραμμικό μες τη διήγηση επιτρέπει μια ελευθερία ερμηνείας.

Η διήγηση που δεν πρέπει να εκτελεστεί παρά από ένα πρόσωπο διαφορετικό κάθε φορά και σε συμφωνία με τις θεματικές του έργου μπορεί να συνοδευτεί με παθητικό τρόπο ή ενεργητικό από τους άλλους ηθοποιούς. Έτσι προτιμάμε έναν ρόλο ενεργητικό στις σκηνές που αναφέρονται σε μάχες και πιο παθητικό στις σκηνές ερωτικής σειράς για να δημιουργήσουμε απ’ τη μια πλευρά μια επική ατμόσφαιρα και απ’ την άλλη πλευρά μια ρομαντική ατμόσφαιρα με την ιστορική έννοια του όρου.

Το τραπέζι στο κέντρο του δωματίου αντιπροσωπεύει ένα σημείο αναφοράς για τα πρόσωπα του με τον τρόπο του γραπτού έργου. Μπορούν πάντα να αναφέρονται στις στιγμές της αμφιβολίας. Πιότερο οι ηθοποιοί αισθάνονται ελεύθεροι, πιότερο μπορούν να απομακρυνθούν από αυτόν τον κεντρικό άξονα και να εξελιχθούν μέσα σε όλο το σκηνικό διάστημα. Έτσι το θεατρικό έργο μπορεί κυκλικά να είναι δυναμικό ή οικείο.

Η περιπλοκή της ιστορίας δεν είναι μόνο ένα τεχνικό τέχνασμα για να αποφύγει μια απόρριψη από τη πλευρά του αναγνώστη, αναλογεί σε μια θέληση να αποσαφηνίσει το νοητικό σχήμα του έργου και με αυτό το μέσον να δώσει μια πιο μεγάλη σημασία στη σκέψη από ότι στη γλώσσα. Όπως το περιγράψαμε στη σημείωση μας πάνω στην ατμόσφαιρα του θεατρικού έργου, τιτλοφορούμενο

Η νύχτα μεταμορφωμένη του τριαντάφυλλου, το νοητικό σχήμα είναι κρυμμένο μέσα στην επιλογή προφανώς τυχαία εκτελούμενο κυκλικά από τα πρόσωπα. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει να κάνουμε πιο άνετο τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του έργου που αναμιγνύει τη προσμονή και την έκπληξη.

Τα κείμενα διαβαζόμενα τα πρώτα στη συνέχεια των άλλων μπορούν να ναι διαχωρισμένα από τα μικρά μουσικά intermezzo ή να είναι ξαναδιαβασμένα για να αλλάξουν το ρυθμό του θεατρικού έργου. Η εξέλιξη αυτού πρέπει να είναι αμείλικτη ακόμη και αν αυτό βοηθά την πολυκυκλικότητα του χρόνου. Η πλευρά δεν πρέπει να είναι τραγική αλλά πρέπει απαραίτητα να εμπεριέχει αυτό το στοιχείο για να κάνει πιστευτό όχι μόνο τον επικό χαρακτήρα αλλά επίσης τις ιστορικές αναφορές. Διότι ακόμη και αν αυτές οι τελευταίες δεν είναι παρά σκιαγραφημένες για να μην βαρύνουν το έργο, αποτελούν το σημείο αγκυροβόλησης της ολικής δομής. Χωρίς αυτές, το έργο δεν θα είχε το νόημα του καθήκοντος της μνήμης που αντιπροσωπεύει.

Επίσης οι ηθοποιοί πρέπει κυκλικά, αλλά όχι όλοι, να εξερευνήσουν το αποτέλεσμα του παγόβουνου αλλά επίσης αυτό του αγνού για να βάλουν το κοινό σε διαφορετικά συμφραζόμενα δηλαδή αυτό που υπονοείται και δεν λέγεται αλλά επίσης αυτού της αναφοράς ευπρόσιτης στο σύνολο των ερμηνευτών μέσω της συνενοχής της ομάδας. Έτσι αυτή η τελευταία μέσω αυτού του μοναδικού έργου και συλλογικού θα μπορέσει να αναπτύξει όλη τη σκηνική δύναμη για να κάνει να ξεχειλίσει το θέατρο πάνω στη πραγματικότητα.

Το Μυθιστόρημα (ολόκληρο) Τα τριάντα φιλιά του ήλιου 
του Νίκου Λυγερού σε επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου

1- Τα τριάντα φιλιά του ήλιου

2- Η χαράδρα της μνήμης

3- Η πρώτη μέρα της νύχτας

4- Ο εγγονός του κλέφτη

5- Το φτερό του αετού

6- Ο λαβύρινθος του τάφου

7- Ο γιος της Αγίας Τράπεζας

8- Η σφραγίδα της επιστολής

9- Η γλώσσα του πόνου

10- Ο χαράκτης της ψυχής

11- Σώμα με σώμα

12- Τα σταυραδέρφια της ανάγκης

13- Το ξύλο της μνήμης

14- Το παιδί φαινόμενο

15- Η μικρή εικόνα

16- Η σκάλα της ζωής

17- Η λίμνη της μνήμης

18- Τα σπαθιά του χρόνου

19- Χούφτες φωτός

20- Το φαρί της νύχτας

21- Η πρώτη φωτιά

22- Το μελάνι της σκέψης

23- Τα κομμάτια του χρόνου

24- Το μυστικό του χαρακτικού

25- Τα ελεύθερα φαντάσματα

26- Το φιλικό πνεύμα

27- Το χιόνι της λήθης

28- Τα τρία τόξα της μάχης

29- Το κόκκινο δειλινό

30- Το μυστικό του σταυρού

Τα τριάντα φιλιά του ήλιου (1)

Ένιωσα πάνω στα βλέφαρά μου εκείνο το τρυφερό φως της χαραυγής και δάκρυσαν τα μάτια μου. Θυμήθηκαν τα χάδια της νύχτας και της αόρατης βροχής. Έβρεχε το φως πάνω μας και ήπιαμε τη σιωπή του. Δεν είπαμε τίποτα, όμως τα χέρια σου μίλησαν κι άκουσα για πρώτη φορά το φως της νύχτας πάνω στην ανοιχτή πληγή της ημέρας. Κυλούσε πάνω μου η ιστορία της στιγμής κι έπαψε η αθανασία. Ήσουν τόσο κοντά μου που σ’ έχασα μέσα μου και σε βρήκα και πάλι στην αγκαλιά μου. Χύθηκε ο πόθος μες στο πάθος κι άγγιξα την ελευθερία της σκλαβιάς. Ακόμα κι όταν άνοιξαν τα μάτια μου δεν λύθηκαν τα δεσμά της ανάγκης. Ήταν η πρώτη μέρα που έβλεπα μετά από τόσες νύχτες, ήταν η πρώτη λάμψη μες στα ίχνη της σκιάς. Όλη η φωτιά έγινε φως και σήκωσα το βάρος του. Δεν ήθελα να πονέσεις και δεν τόλμησα να σ’ αγκαλιάσω όπως το κάνει η θάλασσα. Δεν ήθελα να σπάσει το κύμα πάνω στο κορμί σου όπως σπάζει τον θάνατο, η ζωή. Ήπια τα δάκρυά μου και μαζί τους και την εικόνα σου, εκείνο το βλέμμα βαθύ σαν τον ωκεανό. Μέθυσα με το γαλάζιο σου κι έχωσα τα δάκτυλά μου μες στα κύματα των μαλλιών σου. Εκεί στην πατρίδα των αρωμάτων, έκλεψα μια χούφτα ζωής για να πεθάνω και πάλι για σένα. Ξέρω ότι άργησα να ’ρθω κοντά σου όμως τώρα θ’ αργήσω όσο ζω. Κάθε στιγμή της ζωής σου είναι ένα κομμάτι της μνήμης μου. Δεν θέλω πια να υποφέρεις. Θα είμαι εδώ να πίνω τα δάκρυά σου, θα είμαι εδώ να σου δίνω τις στιγμές. Ακόμα κι εκείνες τις τελευταίες που ανήκουν μόνο στον χρόνο θα τις κλέψω για σένα. Μοίρασε τη μοναξιά σου μαζί μου, δώσε μου τον σταυρό σου κι έλα να σου δώσω τα φτερά μου. Είναι φτιαγμένα για τους άλλους, είναι φτιαγμένα για τους ήλιους. Κανένας δεν μπορεί να σ’ αγγίξει σαν εμένα, κανένας δεν μπορεί να σ’ αγαπήσει σαν εμένα γιατί κανένας δεν έζησε για σένα τόσες φορές, γιατί κανένας δεν πέθανε για σένα τόσες φορές. Είσαι το πάθος που ενώνει τη στιγμή με την αθανασία, την ανάγκη με την τύχη, τον άνθρωπο με τον θεό. Είσαι τα τριάντα φιλιά του ήλιου.

Η χαράδρα της μνήμης (2)

Ο δάσκαλος δεν μίλησε. Ζούσε μες στη σιωπή. Κι ο μαθητής κατάλαβε πως ήθελε να του πει κάτι το σημαντικό. Πάντα έτσι έκανε όταν υπήρχε ανάγκη. Τώρα όμως δεν ήξερε ποιο ήταν το θέμα του μαθήματος. Ήξερε μόνο ότι ο δάσκαλος είχε ξαγρυπνήσει. Το καντήλι του έσταζε από νύχτα και τα βιβλία του ήταν ανοικτά στον κόσμο. Πρόσεξε όμως και μερικές άγνωστες γκραβούρες κάτω από τα βιβλία. Πρώτη φορά τις έβλεπε στο σπίτι του δασκάλου του. Όταν εκείνος τον κοίταξε στα μάτια ένιωσε πάνω του τα βάσανα της νύχτας και βούρκωσαν τα μάτια του. Δεν έκλαψε όμως, ήταν πια μεγάλος, δεν είχε δικαίωμα. Πλησίασε τον δάσκαλό του κι άγγιξε τον πόνο του δίχως να πει τίποτα. Ήταν καθισμένος με τα χέρια σταυρωμένα, ακίνητος. Το μαρτύριο της νύχτας τον είχε παραλύσει. Δεν μπορούσε πια να σηκώσει το βάρος της μεγάλης του ψυχής. Εκείνη τη νύχτα έμαθε την ανάγκη της σιωπής. Ο μαθητής του τον κοίταζε προσεχτικά. Ήθελε να τον βοηθήσει μα δεν ήξερε τι να κάνει. Κάποια στιγμή ο δάσκαλος άπλωσε το χέρι του και μετά από πολλή προσπάθεια κατάφερε να το κρατήσει πάνω από το κεφάλι του μαθητή του. Έπρεπε να μάθει τι έγινε, μα πώς να του το πει δίχως να τον πληγώσει; Τότε ο μαθητής του έπιασε το χέρι του και το φίλησε κι ο παπάς κατάλαβε πως ήταν έτοιμος. Ο θεός ήταν μαζί τους. Ακόμα κι εκεί, σ’ εκείνη τη χαράδρα του κόσμου. Είχε ξεφύγει από την άλλη. Εκείνη τη νύχτα τα όνειρα έγιναν αναμνήσεις κι η βροχή, δάκρυα. Δεν άντεξε τον πόνο της λήθης και πλήγωσε τη μνήμη του. Σ’ εκείνη τη χαράδρα έσβησε ο φίλος του, ο κλέφτης, ο άπιαστος. Τον πρόδωσαν οι δικοί του στους Τούρκους. Χρόνια έψαχνε πληροφορίες για τον θάνατό του κι όταν βρήκε εκείνες τις γκραβούρες, κατάλαβε. Όμως το έμαθαν οι βάρβαροι κι ήρθαν τη νύχτα και τον έπιασαν. Τον βασάνισαν κάτω από τη σελήνη. Και τη χαραυγή τού έκοψαν τη γλώσσα. Δεν έπρεπε να μιλήσει.

Η πρώτη μέρα της νύχτας (3)

Η βάρκα τους έσχιζε τα νερά της λίμνης. Και γύρω τους άκουγαν μόνο τη σιωπή. Ήταν μόνοι, ολομόναχοι. Η γυναίκα στεκόταν όρθια, κοίταζε το βάθος της λίμνης, εκείνο το μέρος που φορούσε το ίδιο χρώμα με τα ρούχα της. Ο άντρας τραβούσε πάνω στα κουπιά με δύναμη. Ένιωθε την αντίσταση της λίμνης. Υπήρχε όμως και η ανάγκη. Το μέτωπό του έσταζε φως. Σιωπηλός, κοίταζε μόνο τη γυναίκα, τον φάρο της αγάπης του. Ήξερε πως πονούσε κάθε φορά που βρισκόταν πάνω στη λίμνη και τραβούσε τα κουπιά ακόμα πιο δυνατά. Όμως όταν έφθασαν στη μέση της λίμνης, η γυναίκα έκανε μια κίνηση και αυτός σήκωσε τα κουπιά. Ήταν εδώ. Η βάρκα με τις δύο σκιές σταμάτησε στο κέντρο του γαλάζιου. Εδώ ναυάγησε η μνήμη τους, εδώ πνίγηκε το φως. Η γυναίκα έκανε την προσευχή της και πέταξε τον σταυρό της μέσα στη λίμνη. Τότε ο άντρας βούτηξε τα κουπιά μες στα νερά και τράβηξε και πάλι. Δεν είχαν πει τίποτα και τα είχαν κάνει όλα. Όλα εκτός από την τελευταία συνάντηση. Η λίμνη προσπαθούσε να κλείσει την πληγή της βάρκας μα εκείνη προχωρούσε πιο βαθιά. Τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει, ακόμα και ο θάνατος την άφησε να περάσει. Ήξερε το βάρος των σκιών. Τελικά η βάρκα χώθηκε μες στο χώμα της ξεχασμένης γης. Χρόνια είχε να δει άνθρωπο. Όταν κατέβηκε η γυναίκα έσκυψε και τη φίλησε σαν ερωτευμένη. Ο άντρας άφησε τα κουπιά μες στη βάρκα και την έσπρωξε. Την κοίταξε ν’ απομακρύνεται και έστριψε το βλέμμα του. Η γυναίκα είχε προχωρήσει και την ακολούθησε. Έβλεπε πάνω στα ίχνη της το πάθος της μνήμης και δεν άντεξε τον πόνο της. Θέλησε να τη σταματήσει μα ήταν πια αργά. Τους περίμενε ήδη. Ήταν η πρώτη μέρα της άνοιξης. Περπάτησαν πάνω στις πέτρες της λήθης και πλήγωσαν τα πόδια τους. Μα δεν σταμάτησαν, έπρεπε να φθάσουν πριν τον ήλιο. Ήταν εκεί κάτω από ένα δέντρο. Ο σταυρός κοίταζε τον ουρανό κι είδαν τα τρία λευκά δάκτυλα της πίστης. Ο άντρας έπιασε το χέρι της γυναίκας. Δεν ήξεραν πότε θα ήταν η επόμενη φορά. Ο κλέφτης, ο πατέρας της, τους περίμενε κάτω από τα λουλούδια. Στο πλάι του τάφου του είχε ζητήσει να του βάλουν ένα παραθυράκι για να κοιτάζει την άνοιξη. Και σήμερα ήταν η πρώτη μέρα. Γύρισε στο πλάι και είδε το μαυροφορεμένο ζευγάρι. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως έπεσε η πατρίδα του και δάκρυσαν τα μάτια του. Ήταν η πρώτη μέρα της νύχτας.

Ο εγγονός του κλέφτη (4)

Η φωτιά έκαιγε το τελευταίο βιβλίο. Ο μικρός ήθελε να το σώσει μα δεν τολμούσε να πλησιάσει και τον έσπρωχνε η φωτιά. Ήταν η τελευταία μάχη του βιβλίου. Ο μικρός άκουγε το φύλλο, το ξύλο, το δέντρο που έκαιγαν με το βιβλίο. Σε κάποια στιγμή όμως όταν το τσάκιζε η φωτιά, το βιβλίο άνοιξε στα δύο και μερικά φύλλα ξέφυγαν. Ο μικρός έκλαιγε από τη χαρά του όταν έπιασε τα τριάντα φύλλα. Ήταν τόσο ξαφνικό. Τα έβαλε όλα μαζί πάνω στο στήθος του λες και κρατούσε μιαν εικόνα, την εικόνα του αγνοούμενου παππού του. Δεν του είχε μείνει τίποτα από αυτόν εκτός από το βιβλίο. Γι’ αυτό το έκαψαν οι άλλοι. Ήθελαν να σβήσουν κάθε ίχνος του μέσα στη φωτιά. Όμως το βιβλίο αντιστάθηκε και τώρα ο μικρός ένιωθε τη ζεστασιά των φύλλων πάνω στο κορμί του. Τον έκαιγε η μνήμη του παππού του. Είχε τελειώσει ο στερνός αγώνας του βιβλίου και γονάτισε ο μικρός. Κοίταζε το πάτωμα, δεν ήθελε να δει τη στάχτη μέσα στο τζάκι. Εκείνη τη στιγμή μπροστά στα λείψανα του βιβλίου έδωσε τον όρκο της ζωής του. Όχι μόνο θα έψαχνε τον παππού του μα θα έγραφε και την ιστορία του. Με τα τριάντα φύλλα θα ’ρχόταν και πάλι η άνοιξη. Σηκώθηκε προσεχτικά, ήταν πια μόνος μέσα στο σπίτι. Για να ζήσει ο παππούς του κι η μνήμη του έπρεπε να πεθάνει κι αυτός μέσα στη λήθη. Τώρα δεν φοβόταν τη φωτιά. Πλησίασε κι έπιασε ένα φλογοκαμένο ξύλο και το πέταξε πάνω στο κρεβάτι του. Εκείνο πήρε αμέσως φωτιά κι έκαψε τα νιάτα του. Ο μικρός πέθανε εκείνη τη στιγμή και γεννήθηκε ο άλλος, εκείνος που δεν φοβόταν τη φωτιά, ο εγγονός του κλέφτη. Τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Είχαν έρθει για να σβήσουν τη μνήμη, θα πήγαινε να την ανάψει στα πέρατα του κόσμου. Θα έγραφε με μαύρο μελάνι τη μοίρα των άλλων. Πίσω του όλο το σπίτι ήταν τυλιγμένο στις φλόγες. Εδώ ήταν το τέλος της ζωής. Κι εδώ θα ήταν η αρχή του θανάτου. Είχε κλέψει από τη φωτιά τα κομμάτια του φωτός και τώρα περπατούσε μόνος πάνω στη γη που τον γέννησε, πάνω στη γη για την οποία θα πέθαινε. Τώρα το ήξερε.

Το φτερό του αετού (5)

Άκουγε ένα παλιό κλέφτικο τραγούδι και θυμήθηκε την πρώτη επανάσταση. Εκείνη την εποχή, όλοι περίμεναν τη βοήθεια των Ρώσων. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που ήξεραν την αλήθεια. Όμως δεν είπαν τίποτα. Ακόμα και χαμένη η επανάσταση έπρεπε να γίνει για να ’ρθει επιτέλους εκείνη που θα απελευθέρωνε το μέλλον τους. Τότε φάνηκε για πρώτη φορά, η παράξενη χειρολαβή και 500 παλικάρια μπήκαν στη μάχη του παρελθόντος. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες πάλεψαν αδιάκοπα εναντίον των τυράννων. Οι 500 είχαν γίνει ένας κι ο ένας ήξερε το τέλος πριν αρχίσει ο αγώνας. Ήξερε πως θα πέθαινε στην Πόλη. Έτσι έδωσε όλη του τη ζωή σ’ αυτόν τον αγώνα, τον απεγνωσμένο αγώνα. Όλα τα σπαθιά τους έσπασαν μα δεν λύγισαν τα χέρια τους, δεν άφησαν την παράξενη χειρολαβή. Εκείνη τη στιγμή σταμάτησε το λαούτο και κοίταξε το φτερό του αετού. Τότε θυμήθηκε πού την είχε δει την πρώτη φορά. Πώς δεν το είχε σκεφτεί πριν; Ήταν το σημάδι τους, ήταν το σύμβολό τους. Ήταν και πάλι εδώ κι έπρεπε να τους βρει με κάθε τρόπο. Σηκώθηκε απότομα κι έπιασε το μαχαίρι του. Το έβγαλε από τη θήκη του και κοίταξε τη λεπίδα του. Ήταν η λεπίδα ενός σπασμένου σπαθιού, το δώρο της μάνας του, η συνέχεια της μάχης. Η λαβωματιά του σημαδιού είχε γίνει το στίγμα του αγώνα. Βγήκε, έπρεπε να δει κατάματα τον ήλιο. Δεν ήθελε να ναυαγήσει η ψυχή του μες στο σπαραγμό της μάνας του. Έβγαλε από τη ζώνη του το μυστικό σπάραγμα. Έσφιξε το χέρι κι η αόρατη συμφωνία επισφραγίστηκε. Η αντίσταση συνέχιζε. Το φτερό του αετού θα πετούσε και πάλι πάνω στην παράξενη χειρολαβή. Θα έγραφε και πάλι τη μοίρα του λαού με το μαύρο μελάνι του πόνου. Ο ήλιος έκαιγε τα μάτια του μα δεν έσκυψε. Ήθελε να πιει το φως του. Έβαλε και πάλι το σπάραγμα στη ζώνη του και το μαχαίρι στη θήκη του. Ήταν πια έτοιμος.

Ο λαβύρινθος του τάφου (6)

Έφθασε αργά στο νεκροταφείο. Ήθελε να δει τον αγαπημένο του φίλο μα δεν έπρεπε να τον πιάσουν. Περπατούσε προσεχτικά ανάμεσα στους τάφους. Δίχως τις πληροφορίες του φίλου του ποτέ δεν θα είχε βρει το μυστικό άνοιγμα. Σκέφτηκε πως ήταν πανέξυπνος ο παπάς και χαμογέλασε. Ο θεός είχε αγγίξει το κεφάλι του. Έπιασε με τα δυο του χέρια το χερούλι και τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Άνοιξε η γη και φάνηκε το μυστικό φως. Μες στην τρύπα χωρούσε ίσα-ίσα ένας άνθρωπος κι αναγκάστηκε να βγάλει το σπαθί του για να μπορέσει να κατέβει τα απότομα σκαλιά. Δεν έβλεπε τίποτα κι άγγιζε τους τοίχους για να μην σκοτωθεί μέσα σ’ αυτόν τον παράξενο τάφο. Μετά από λίγο εκεί που έστριβε το άνοιγμα, άλλαξαν οι τοίχοι. Από κρύοι που ήταν, έγιναν ζεστοί. Ένιωσε τα φύλλα, τα ξύλα, και τα δέντρα που είχαν βυθιστεί μέσα σε τούτη τη γη για να γίνουν οι ρίζες του γένους. Οι τοίχοι ήταν βιβλία, μόνο και μόνο βιβλία. Είχε ώρα που περπατούσε μα τα δάκτυλά του ένιωθαν μόνο τα εξώφυλλα παλαιών δέντρων. Έφθασε σε μια άλλη σκάλα. Κι εκεί πάλι έσκυψε για να χωρέσει. Μα πώς μπορούσε να ζήσει ο παπάς σ’ έναν τόσο μικρό χώρο; Εκτός αν κι αυτός ήταν ένα βιβλίο, ένα ζωντανό βιβλίο. Στο βάθος είδε ένα μικρό φως. Ήταν το καντήλι του φίλου του. Πρώτη φορά το έβλεπε μα ήξερε πως ήταν το δικό του. Δεν μίλησε όμως κι αγάπησε τη σιωπή των βιβλίων του. Όλη η πατρίδα του ήταν ένας τάφος, μα ο τάφος ήταν η πατρίδα του. Το μνήμα του σπαραγμού είχε γίνει το σπάραγμα της μνήμης. Μες στο φως είδε το χαμόγελο του φίλου του. Το πρόσωπό του έλαμπε. Ήταν γεμάτο γαλήνη. Μα δεν μπόρεσαν ν’ αγκαλιαστούν, δεν υπήρχε χώρος. Μες στη χαράδρα της μνήμης έσφιξαν μόνο τα λαβωμένα τους χέρια. Είχαν χρόνια να βρεθούν και βούρκωσαν τα μάτια του παπά και του κλέφτη. Τα σύμβολα της αντίστασης είχαν σμίξει και πάλι. Πέρασε αρκετός χρόνος πριν μπορέσουν να μιλήσουν. Όμως η φιλία τους μιλούσε ήδη. Τώρα που ο κλέφτης ήταν και πάλι κοντά του όλα ήταν δυνατά. Το ήξερε ο παπάς κι ευχαρίστησε τον θεό που του έδωσε την ευκαιρία να ζήσει την ίδια εποχή με τον φίλο του. Εκείνη τη μέρα τού έδωσε το βιβλίο με τα λευκά φύλλα.

Ο γιος της Αγίας Τραπέζας (7)

Για να τους ξεφύγει μπήκε στην εγκαταλελειμμένη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Ήξερε πως ο άγιος θα προστάτευε το παιδί της. Ανέβηκε βιαστικά στον γυναικωνίτη και κοίταξε έξω ανάμεσα στις πέτρες. Έρχονταν οι πέντε άντρες, το μαύρο χέρι της δουλείας ήθελε να τη σφάξει. Εκείνη ήταν έτοιμη να πεθάνει από την πρώτη στιγμή, όμως τώρα ήταν έγκυος κι ήθελε να ζήσει το παιδί της. Κοίταξε ξανά έξω. Σε λίγο θα την έπιαναν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Μα όταν το βλέμμα της έπεσε πάνω στην τοιχογραφία του αγίου, άκουσε τη γλυκιά του φωνή. Δεν του απάντησε. Δεν ήξερε τι να πει. Κατέβηκε τα σκαλιά όπως κατεβαίνουν στον Άδη. Διέσχισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε την ερειπωμένη εκκλησία κι έφθασε στο ιερό. Φοβήθηκε να βάλει το πόδι της στον ιερό τόπο μα άκουσε τα λόγια του αγίου. Κρύφτηκε πίσω από την Αγία Τράπεζα κι ησύχασε. Ο άγιος ήταν μαζί της και θα προστάτευε το παιδί της. Οι πόρτες της εκκλησίας τραντάχτηκαν από τη βία του μαύρου χεριού. Η εκκλησία άκουσε για πρώτη φορά τις κραυγές της οργής. Κι οι πέντε ήθελαν να την κομματιάσουν. Δύο ανέβηκαν αμέσως στον γυναικωνίτη μα δεν βρήκαν ίχνος. Πέρασαν τα χέρια τους πάνω στους τοίχους της εκκλησίας για να βρουν μια μυστική κρυψώνα. Πλησίασαν το ιερό, μα ήξεραν πως η Ρωμιά δεν θα τολμούσε ν’ αμαρτήσει γιατί ακόμα κι οι ίδιοι φοβόντουσαν τον Άγιο Γεώργιο. Ήξεραν πόσο ισχυρός ήταν. Αν ήταν ένας άλλος άγιος, θα είχαν κάψει την εκκλησία για να βρουν την άπιστη. Εκείνη δάγκωσε τα χείλη της. Είχαν αρχίσει οι πόνοι της. Λες και το παιδί να ήθελε να προστατέψει τη μάνα του. Δεν μπορούσε να την αφήσει μόνη της. Ήταν τόσο κοντά οι άλλοι που ένιωθε τα χνώτα τους πάνω στο σβέρκο της. Δεν έσκυψε όμως. Δεν ήξερε. Βαστούσε το παιδί της που ήθελε να ελευθερωθεί. Κι όταν βγήκαν από την εκκλησία, έσπασαν τα νερά της. Δεν μπόρεσε να του αντισταθεί άλλο. Εκείνη την ημέρα κάτω από την Αγία Τράπεζα γεννήθηκε ο τρομερός της γιος. Αυτό θέλησε ο φύλακας προστάτης κι αυτό έγινε. Εκείνη την ημέρα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου γεννήθηκε ο κλέφτης.

Η σφραγίδα της επιστολής (8)

Όταν έλαβε το γράμμα του θυμήθηκε την πρώτη τους συνάντηση. Εκείνη τον κοίταζε, εκείνος δεν την έβλεπε. Δεν ήξερε ότι θα ’ταν στη μυστική συνάντηση. Εκείνος έπρεπε να μιλήσει, εκείνη έπρεπε ν’ ακούσει. Πριν ακόμα αρχίσει να ξεχειλίζει πάνω τους η σκέψη του, άκουγε τις κινήσεις του. Εκείνος ήταν άγνωστος, εκείνη είχε τους συμπατριώτες της. Και τα λόγια του κορμιού άγγιξαν τη σκέψη της. Ήταν σαν να τον γνώριζε από καιρό μα δεν ήξερε από πότε. Κάπου τον είχε δει ενώ το βλέμμα του δεν την είχε νιώσει. Δεν άκουσε καλά τι έλεγε, σημασία είχε η σιωπή του. Και τώρα ακόμα και πάνω στο γράμμα του, τη σιωπή του έβλεπε. Ήταν γραμμένη με μαύρο μελάνι. Ένιωθε πως αγαπούσε όλους τους αγωνιστές μα ο αγώνας της ήταν διαφορετικός. Για ’κείνη υπήρχε μόνο ένας αγώνας, η ζωή κι ο θάνατος κι ανάμεσά τους ο έρωτας. Τα λόγια του χάνονταν μες στη μάχη της σιωπής. Δεν την είδε μα την ένιωσε κοντά του από την πρώτη στιγμή. Τα χέρια της ήταν τρυφερά σαν τα τριαντάφυλλα και το σώμα της χάδι ανέμου. Δεν της μίλησε, άκουσε πρώτα τη σιωπή της. Δεν κινήθηκε. Δεν ήθελε να την πληγώσει με μια απότομη κίνηση. Ήξερε πόσο έκαιγε το φως. Και την άφησε να φύγει με τις σκιές των άλλων. Δεν έπρεπε να πονέσει και κράτησε τον πόνο της μέσα στην πυγμή του. Είχε γεννηθεί μέσα σ’ έναν τάφο που άνοιξε η μνήμη. Ξανακοίταξε το γράμμα του κι είδε το φως του μαύρου. Το μελάνι του ήταν πυχτό σαν αίμα. Όταν φίλησε το γράμμα του θυμήθηκε τα λόγια του. Η μνήμη του είχε χαράξει τα χείλη του κι ένιωθε τα δικά της ακόμα και στην ξενιτιά. Δεν τον είχε πιστέψει. Ήταν περήφανη, δεν μπορούσε. Όταν όμως είδε τα χείλη του δίχως χαμόγελο, ένιωσε την ανοιχτή πληγή του. Δεν μπορούσε να την κλείσει παρά μόνο με τη δική της. Πάνω στα χείλη του η μνήμη έγινε φιλί. Δεν ήθελε να τον πιστέψει, ήθελε να ζήσουν μαζί τις σπάνιες στιγμές που κλείνουν τις πληγές και δεν της απάντησε. Όμως τώρα εκείνη ήξερε και το μόνο πράγμα που ήθελε ήταν να του σφραγίσει το στόμα με τα τριάντα φιλιά του ήλιου.


Η γλώσσα του πόνου (9)

Ο μαθητής δεν είπε τίποτα. Διάβαζε τις κινήσεις του δασκάλου του πάνω στο χαρτί. Δεν έλεγε τίποτα, έκλαιγε όμως. Σκούπιζε τα δάκρυά του, δεν ήθελε να τα δείξει. Ο δάσκαλος έγραφε στοϊκά τα βάσανα που τράβηξε κι εξηγούσε στον μαθητή του τα γεγονότα της νύχτας. Ο μαθητής δεν μπόρεσε ν’ αντέξει τις τελευταίες λέξεις της περιγραφής και κοίταξε το κλειστό στόμα του δασκάλου. Τα χείλη του ήταν τρυφερά όπως πάντα, όμως μια κόκκινη γραμμή τα χώριζε. Πάνω στα χείλη είχαν χαράξει τα σύνορα του πόνου. Τα χέρια του μαθητή άρχισαν να τρέμουν. Είχε χάσει τον έλεγχο του εαυτού του. Είχε ακούσει για τα βασανιστήρια. Όμως τώρα τα ένιωθε πάνω στο κορμί του. Η ιδέα είχε γίνει πληγή και η πληγή λάβωσε την ιδέα. Ήθελε ν’ αγκαλιάσει τον δάσκαλό του, μα εκείνος το κατάλαβε και τον πήρε στην αγκαλιά του. Ξέσπασε σε λιγμούς, ακόμα και πληγωμένος εκείνος τον προστάτευε. Όταν συνήρθε είχε πάρει την απόφασή του. Δεν θα χρησιμοποιούσε πια τη γλώσσα του. Πήρε το καλάμι του δασκάλου του κι άρχισε να γράφει ερωτήσεις. Ποιος είναι ο κλέφτης; Ζει ή πέθανε; Αν ζει, πού είναι; Ο δάσκαλος κατάλαβε τη σκέψη του μαθητή κι έγραψε κι αυτός. Ο κλέφτης είναι εκείνος που πέθανε, ο κλέφτης είναι εκείνος που έρχεται. Η απάντησή του ξάφνιασε τον μαθητή του, μα είχε κι άλλες ερωτήσεις. Ήθελε να δει τις γκραβούρες. Ο δάσκαλος σήκωσε τα βαριά βιβλία του και πήρε τις γκραβούρες στα χέρια του. Τις κοίταξε και πάλι. Δεν δάκρυσε όπως την πρώτη φορά. Απλώς έβαλε το δάκτυλό του στο ματωμένο του στόμα κι ύστερα το πέρασε πάνω σ’ ένα σημείο της πρώτης γκραβούρας. Ο μαθητής δεν κατάλαβε την κίνησή του, μα δεν τόλμησε να γράψει την απορία του. Πήρε τη γκραβούρα και την κοίταξε προσεχτικά. Μόνο ένας σπουδαίος χαράκτης μπορούσε να δημιουργήσει αυτό το έργο. Το κοίταζες και σπάραζε η καρδιά σου. Είχε δώσει στο μαύρο της σκηνής το φως της θυσίας. Η ζωή του κλέφτη είχε χαράξει το βλέμμα του δημιουργού. Και τώρα, η βούλλα του δασκάλου είχε στιγματίσει το έργο του.

Ο χαράκτης της ψυχής (10)

Πόνεσε, μα δεν είπε τίποτα. Έπιασε το πολύτιμο ξύλο που ήταν έτοιμο να πληγωθεί. Θα έπαιρνε μαζί του όλα τα βάσανα της ψυχής του. Ο θεός το είχε δημιουργήσει γι’ αυτό, όπως είχε δημιουργήσει και τον χαράκτη. Ήταν εκείνος που έγραφε πάνω στο ξύλο. Ήταν εκείνο που δεν ξεχνούσε. Ήταν το ξύλο της μνήμης. Δεν ήθελε παιχνιδίσματα χαρακτικά, ούτε κείμενα που μιλούν. Η γλώσσα του πόνου ήταν η σιωπή. Δεν ήταν τεχνάσματα συναισθηματικά, ούτε τέχνη της πίστης. Ήταν σκαλισμένος σπαραγμός. Έκλαιγε πάνω στο έργο του και το ξύλο έπινε τα δάκρυά του δίχως να πει λέξη. Κάθε κίνηση του χεριού, ήταν μια ξύλινη πληγή. Ο σιωπηλός διάλογος θα κρατούσε μέρες και νύχτες. Και πάνω στο ξύλο θα κατέγραφε την πάλη του φωτός με τη σκιά όπως την είδε εκείνη τη θανάσιμη στιγμή. Ήταν κι αυτός στη χαράδρα της μνήμης. Όμως κανείς δεν το ήξερε, ούτε ο φίλος του ο κλέφτης ούτε οι μαύροι δράκοι. Είχε μέρες που έκανε προσευχές για τον κλέφτη. Δεν εμπιστευόταν κανένα άλλο εκτός από τον θεό. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να βοηθήσει τον κλέφτη. Ενώ εκείνος ήξερε μόνο να δίνει ζωή στο έργο του ξύλου, αυτός έδινε ζωή στο έργο της ψυχής. Ο κλέφτης ήξερε ότι τον είχαν προδώσει, όμως έπρεπε να πεθάνει για να ’ρθει και πάλι. Κι εκείνη τη μέρα στη χαράδρα της μνήμης, ο νεαρός χαράκτης είδε τις πληγές της νύχτας. Είδε το χαρακτικό της μοίρας κι εκείνο θάμπωσε το βλέμμα του. Ένιωσε μέσα του το δέος των δράκων και τη θυσία του κλέφτη. Τότε κατάλαβε πως είχε γεννηθεί για να χαράξει εκείνη τη θανάσιμη στιγμή της αθανασίας. Και τώρα πάνω στο πληγωμένο ξύλο δημιούργησε το έργο της ζωής του. Ο πόνος του ήταν τόσο μεγάλος που έπρεπε να σκεπάσει τα μέρη του έργου που είχε τελειώσει. Ένιωθε τη δύναμή του μα δεν έτρεμε το χέρι του λες κι ο κλέφτης του το βαστούσε. Κι όταν τελείωσε το χαρακτικό, το σκέπασε. Ήξερε πως ο πόνος του κι ο πόνος του ξύλου είχαν γράψει μια εικόνα. Ήταν η θαυματουργή εικόνα της γκραβούρας.

Σώμα με σώμα (11)

Ο κλέφτης, ο νεκρός, έσπασε το παραθυράκι του τάφου του κι άπλωσε το χέρι του για ν’ αγγίξει την τριανταφυλλιά του ήλιου. Την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε και πάλι όμως, και το γυαλί χώθηκε μες στο μπράτσο του. Το αίμα του έτρεχε και πάλι. Μα δεν το είδε, κοίταζε μόνο την τριανταφυλλιά του. Χρόνια τον περίμενε. Κι όταν την άγγιξε κοκκίνισε όπως πρώτα. Τ’ αγκάθια της μάτωσαν και πάλι τα δάκτυλά του κι εκείνος χαμογέλασε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Σιγά-σιγά ένιωσε και πάλι τη δύναμη του πάθους. Εκείνη σήκωσε την πέτρινη μνήμη. Τα τρία δάκτυλα της πίστης άγγιξαν και πάλι τον ουρανό. Τον είχαν θάψει με τ’ άρματά του και τώρα πριν δώσει την καινούργια του μάχη, τα κοίταξε προσεχτικά. Είχε ακόμα και το σπασμένο σπαθί του φίλου του. Το φίλησε όπως έκανε παλιά και γονάτισε μπροστά στην τριανταφυλλιά. Έχυσε πάνω της τη ματωμένη του αγάπη. Κι όταν σήκωσε το κεφάλι του, το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στον ήλιο της δικαιοσύνης. Ήταν κι αυτός έτοιμος για τον αγώνα. Ήξερε πως τον περίμεναν αντιστάσεις, βάσανα και θυσίες μα δεν λύγισε ούτε στιγμή. Έκοψε ένα τριαντάφυλλο για να πάρει μαζί του τα τριάντα φιλιά του ήλιου κι άρχισε να κατεβαίνει το μονοπάτι με τους πέτρινους φύλακες. Έπρεπε να φύγει και πάλι από το νησάκι της λίμνης. Τον περίμεναν τα αγνοούμενα χρόνια στην άλλη άκρη. Είχαν φορέσει τα μαύρα τους, μα εκείνος θα τα έσχιζε ακόμα κι αν έπρεπε να τους πληγώσει και να πληγωθεί. Όταν αντίκρισε την αγαπημένη του λίμνη δεν μπόρεσε να κρατηθεί, ήθελε να τη νιώσει πάνω στο κορμί του και βούτηξε γυμνός μες στα πεντακάθαρα νερά της. Κι εκείνη έπλυνε το σάβανο της ψυχής του, το λαβωμένο του κορμί. Μόλις βγήκε, έζωσε τ’ άρματά του πάνω στο καινούργιο του σώμα. Στα χείλη του κράτησε τη γεύση της λίμνης όπως κρατούσε το φιλί της γυναίκας του. Εκείνη είχε στο βλέμμα του όταν κοίταζε την πατρίδα του. Ήθελε να κλέψει και πάλι τη νύχτα μαζί της κι αυτό θα έκανε.


Τα σταυραδέρφια της ανάγκης (12)

Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες πάλευαν πλάι-πλάι εναντίον των Τούρκων πάνω στην παγωμένη γη. Ο ήλιος τούς είχε ξεχάσει. Μόνο η γη τούς ήθελε για πάντα μαζί της. Ο ένας ήταν τα μάτια του άλλου κι ο άλλος τα χέρια του ενός. Κανείς δεν είχε τολμήσει να τους χωρίσει. Ο καθένας είχε διαλέξει τον αδελφό του κι είχαν γίνει σταυραδέρφια. Στη μάχη ακόμα κι ο χάρος τούς φοβόταν. Όμως εκείνη τη μέρα έπεσε το μαύρο φαρί και πληγώθηκε ο φίλος του. Ο κλέφτης έτρεξε με όλες του τις δυνάμεις κι ούρλιαξε για να φοβηθούν οι δειλοί που προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία. Έτρεχε και τα μάτια του δάκρυζαν από τον πόνο και την οργή. Τον χτυπούσαν όλοι μαζί από όλες τις πλευρές κι έσπασε το σπαθί του. Κοίταξε γύρω του μα οι δικοί του ήταν μακριά. Κατάλαβε πως θα έπαιρναν μαζί τους το κορμί του και φώναξε τον φίλο του, τον τρομερό κλέφτη. Όταν άκουσαν το όνομα εκείνου που έτρεχε πάνω τους οι περισσότεροι έκαναν πίσω μα οι πιο ύπουλοι με το στραβό μαχαίρι χτύπησαν δύο φορές στο πλευρό του αγαπημένου του φίλου κι εκείνος σωριάστηκε νεκρός. Άρχισαν να τον σέρνουν προς τα πίσω για να μην μπορεί να τους χτυπήσει ο κλέφτης. Όμως εκείνος έπεσε πάνω τους σαν κεραυνός. Τα βόλια του χάραξαν το σημάδι του θανάτου και το σπαθί του έκοψε τα νήματα της ζωής. Πάλευε μαζί τους μα κοίταζε το νεκρό βλέμμα του φίλου του. Είχε τα μάτια ανοικτά, καρφωμένα πάνω στον ουρανό. Το χέρι του κρατούσε ακόμα την παράξενη χειρολαβή. Ο θάνατος δεν μπόρεσε να του την κλέψει. Είχε χώσει το σπασμένο σπαθί του μες στην παγωμένη γη. Δεν ήθελε να την αφήσει ακόμα και νεκρός. Το είδε ο κλέφτης και ράγισε η καρδιά του. Έβγαλε μια τελευταία κραυγή κι αποτελείωσε τους τελευταίους ύπουλους. Κανείς δεν ήρθε να τους βοηθήσει. Όλοι είδαν το τέρας της μάχης να σηκώνει τον φίλο του, τον σταυραδερφό του και να τον παίρνει στην αγκαλιά του. Κάθε βήμα του ήταν βαρύ και πλήγωνε τη γη. Τότε άρχισε το μοιρολόι του ο σωματοφύλακας της μνήμης.

Το ξύλο της μνήμης (13)

Από ’κείνη τη μέρα άλλαξε οριστικά η ζωή του μαθητή. Παλιά νόμιζε πως έπρεπε να μαθαίνει. Τώρα ήξερε πως αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Η ουσία είναι μία. Και την έβλεπε μέσα από το βλέμμα του δασκάλου του. Εκείνη την ημέρα κατάλαβε την έννοια του μέντορα. Αγαπούσε όλη την ανθρωπότητα και γι’ αυτό ήταν ολομόναχος. Κάθε του κίνηση ήταν γεμάτη ανθρωπιά και γι’ αυτό η ζωή ήταν κενή. Είχε γεννηθεί για να πεθάνει. Ενώ ο μαθητής του δεν μπορούσε να επινοήσει την ανθρωπότητα, δεν μπορούσε να κατανοήσει την ανθρωπιά. Είχε γεννηθεί για να καταλάβει τον πόνο, τον πόνο του άλλου δίχως όμως να μαρτυρήσει ο ίδιος. Αγαπούσε τη ζωή και δεν ήθελε να πεθάνει μες στη μοναξιά της ανθρωπιάς. Ήταν διαφορετικός και τώρα το ήξερε. Δεν έπρεπε να μοιάσει του δασκάλου του. Δεν γινόταν. Έπρεπε να τον βοηθήσει να βοηθά. Αυτός ήταν ο ρόλος του. Είχε γίνει ο σωματοφύλακας της ανθρωπιάς. Εφόσον δεν μπορούσε ν’ αγαπήσει την ανθρωπότητα, αποφάσισε ν’ αγαπήσει εκείνον που την αγαπούσε. Δεν ένιωθε τον πόνο της, μα ένιωθε τον πόνο του για ’κείνη. Το κορμί του μπορούσε ν’ αντέξει έναν μόνο θάνατο κι εκείνος θα ήταν ο θάνατος του δασκάλου του. Τα λόγια έγιναν σιωπή για ν’ ακούσουν κάθε σκέψη του δασκάλου κι οι κινήσεις του ο κορμός του έργου. Θα ήταν το ξύλο της μνήμης. Εκείνος θα κατέγραφε τις πληγές της ανθρωπιάς, εκείνος θα κατέγραφε τον μύθο της ιστορίας. Το χαρτί λύγιζε κάτω από το βάρος του μελανιού, το βάρος της σκέψης. Το φύλλο ένιωθε τον κορμό και τις ρίζες του ελληνισμού. Όλη η αντίσταση της πατρίδας του ήταν εκεί μες στο ματωμένο στόμα του δασκάλου του. Όμως δεν ήταν ακόμα η ώρα της κραυγής και της εξέγερσης. Έπρεπε πρώτα να έρθει και πάλι ο κλέφτης, ο φίλος του δασκάλου κι η παράξενη χειρολαβή που είχε δει πάνω στη γκραβούρα. Ήξερε ότι πέθανε κι όμως τον περίμενε όπως τον περίμενε ο δάσκαλος. Η πίστη τους ήταν ισχυρότερη από την πραγματικότητα. Κι η πραγματικότητα λύγισε. Είχαν τελειώσει όλα τα σχήματα της μάχης. Έλειπε μόνο ο κλέφτης της νύχτας.

Το παιδί φαινόμενο (14)

Όταν έφθασε ο εγγονός του κλέφτη, όλο το χωριό χόρευε. Το κλαρίνο έπαιζε έναν αργό και παλιό ρυθμό. Οι κινήσεις ήταν ελάχιστες, όμως όλες ήταν σημαντικές. Κάθε χορευτής ένιωθε βαθιά του τη δύναμη εκείνου του χορού. Όλοι ήξεραν ότι ήταν μοναδικός. Ο μικρός κοίταζε το χωριό και έβλεπε την αντίσταση που χόρευε. Μ’αυτόν τον χορό δεν υπήρχαν πια άντρες και γυναίκες παρά μόνο μαχητές. Ο κλέφτης τού είχε δείξει τα πρώτα βήματα και ο μικρός τα είχε χαράξει μέσα στη μνήμη του. Κανείς δεν το είδε, προχωρούσε σιωπηλός. Είχε μαζί του τα τριάντα φύλλα και κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Και την ώρα που ο χορός περνούσε μπροστά του, έπιασε δυνατά το χέρι του πρωτοχορευτή. Εκείνος ξαφνιάστηκε, μα δεν είπε τίποτα. Είδε τον μικρό και τον λυπήθηκε. Όταν όμως άρχισε να χορεύει ο εγγονός του κλέφτη, όλοι αναγνώρισαν το ύφος του. Μόνο εκείνος χόρευε με αυτόν τον τρόπο. Οι γυναίκες άφησαν τους άντρες να χορέψουν μόνοι τους με τον μικρό. Πρώτη φορά τον έβλεπαν, όμως όλοι κατάλαβαν ποιος ήταν. Το στίγμα του μικρού μεταμόρφωσε τον χορό. Άλλαξε ο ρυθμός του κλαρίνου και έγινε πια μαχητικός. Ο εγγονός είχε μαζί του τη δύναμη του κλέφτη και όλοι οι άντρες κατάλαβαν πως είχε έρθει η ώρα της μάχης. Η αντίσταση του χρόνου θα έδινε την πρώτη της μάχη. Ο μικρός τούς είχε ξεσηκώσει. Οι γυναίκες άρχισαν να σταυρώνουν τα χέρια τους. Κοίταζαν τον μικρό με δέος και θαυμασμό. Ο πρωτοχορευτής νόμιζε πως τον είχε πιάσει απ’ το χέρι, ο τρομερός κλέφτης. Τόση ήταν η δύναμη του μικρού. Το χέρι ήταν μικρό μα το είχε κάψει η φωτιά κι ήταν ατρόμητο. Έκαιγε η χούφτα του πρωτοχορευτή, έκαιγαν και τα σωθικά του. Ένιωθε το πνεύμα του κλέφτη και κοίταξε τον ουρανό. Είχε γίνει γαλήνιος. Πατούσε στη γη με δύναμη, όχι για να την πληγώσει μα για να αγγίξουν το απαγορευμένο χρώμα. Εκείνη τη μέρα άρχισε να πέφτει η μεγάλη νύχτα.

Η μικρή εικόνα (15)

Όταν είδε την εικόνα του Χριστού, θυμήθηκε τη μικρή. Ήταν μια νύκτα βαριά κι όμως η μικρή είχε έρθει σαν τους άλλους. Είχε έναν σκοπό: ήθελε να δει τον κλέφτη από κοντά. Ήξερε μόνο τη φήμη του μα τώρα ήθελε να αγγίξει τον άνθρωπο, εκείνον που την είχε αγγίξει δίχως να τη δει. Ο κλέφτης μιλούσε για ώρες. Ήταν ακούραστος. Το ήθελε ο αγώνας και το έκανε ο κλέφτης. Η μικρή άκουγε κάθε λέξη και κρατούσε στο χεράκι της το δώρο της. Το είχε κλέψει για να μπορέσει να του δώσει κάτι. Εκείνη δεν είχε τίποτα. Ήταν μόνο ένα ανώνυμο κορμάκι μέσα σε μια βαριά νύκτα. Όμως όταν την άγγιξε ο κλέφτης, της έφερε φως στη ζωή της. Είχε δίκιο. Ένα κερί φτάνει για να φωτίσει το σκοτάδι. Εκείνη την ημέρα αποφάσισε να του κάνει ένα δώρο, για να ξέρει κι αυτός ότι τα άτομα που γίνονται άνθρωποι τον αγαπούσαν. Όταν τέλειωσε ο κλέφτης κι έφευγαν οι άντρες, η μικρή τον πλησίασε. Την είδε που στεκόταν όρθια και τον κοίταζε. Την αναγνώρισε. Ήταν η δεύτερη φορά που την έβλεπε. Όπως πάντα, της μίλησε τρυφερά όπως ένας πατέρας στην κόρη του. Εκείνη τον κοίταζε όπως κοιτάζουμε τον ήλιο με θαυμασμό και δέος. Δεν ήξερε τι να πει και κρατούσε σφικτά το δώρο της, μόνο εκείνο μπορούσε να τη βοηθήσει. Στο τέλος δεν άντεξε και του το έδωσε. Τον ξάφνιασε, μα εκείνος δεν είπε τίποτα. Κοίταξε το δώρο της μικρής και είδε την εικόνα του Χριστού. Η μικρή είχε καρφώσει το βλέμμα της πάνω του. Ανησυχούσε. Όμως όταν είδε τα βουρκωμένα μάτια του κλέφτη, κατάλαβε πως τον είχε αγγίξει. Τώρα ήξερε πως τον αγαπούσε κι αυτή η μικρή ψυχή. Του είχε δώσει την εικόνα του Χριστού για να τον προστατεύει, μα όχι μόνο. Και τώρα που ερχόταν και πάλι πίσω για να τους σώσει είχε μες στη ζώνη του, δίπλα από το πιστόλι του, τη μικρή ξύλινη εικόνα.

Η σκάλα της ζωής (16)

Είχε χαράξει όταν ο κλέφτης έφτασε στη μαυροφορεμένη πόλη για δεύτερη φορά. Εκεί, παλιά, η ζωή του είχε γίνει χαρακτικό. Κάθε πληγή του ξύλου ήταν και δικιά του. Κάθε μαύρη χαράδρα ήταν και μέρα του. Μέσα στη σιωπή της κατοχής άκουγε τους ήχους της ελευθερίας και χάραζε τη στράτα του. Ένιωθε μέσα του την τριανταφυλλιά του κι έπαιρνε θάρρος. Περπατούσε μόνος του, μα δίπλα του είχε πάντα την παρουσία της, εκείνης που ονόμαζε ζωή του. Ανέβαινε πάνω στη μαύρη πέτρα της ψυχής του και τον ακολουθούσαν οι λευκές πέτρες της ζωής του. Ανέβαινε τη σκάλα του πεπρωμένου του και σταματούσε σε κάθε πέταλο όπως οι παλιοί στα καλντερίμια. Στην αρχή ήθελε κουράγιο, μετά τόλμη και τώρα μετά τον πρώτο του θάνατο, ο κλέφτης ήταν μόνο τόλμη. Η πράξη του είχε γίνει αναγκαία όπως παλιά η ζωή του. Η κατοχή είχε πλακώσει όλη τη γη του. Το έβλεπε πάνω σε κάθε σπίτι, σε κάθε βλέμμα της πόλης. Όμως η λαβωμένη του πατρίδα τον περίμενε και αυτός είχε ήδη αργήσει. Έπρεπε να φτάσει πριν πέσει για τελευταία φορά. Η αντίσταση ήθελε μία θυσία και ο κλέφτης ήταν αυτή η θυσία. Κάποιος έπρεπε να στρώσει τη σκάλα της ζωής για τους επόμενους. Αυτός ήταν ο σκοπός του κλέφτη, ο μόνος σκοπός. Δεν είχε πια τίποτα να χάσει το παιχνίδι είχε λήξει. Όμως οι κανόνες είχαν αλλάξει. Ο κλέφτης δεν ακολουθούσε κανένα κανόνα πια. Η ανάγκη είχε σπάσει τα όρια του θανάτου και της ζωής και τώρα έπρεπε να κλέψει την ελευθερία.

Η λίμνη της μνήμης (17)

Ο εγγονός του κλέφτη θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα του κι ήταν σαν να τους έβλεπε μπροστά του όταν έκανε τον γύρο της λίμνης. Κάθε σημείο τού θύμιζε το πρώτο ταξίδι του κλέφτη. Ακόμα και τα τζαμιά ήταν μία μαρτυρία. Ακίνητα από τον τρόμο που προκαλούσε ο κλέφτης στο πέρασμά του, θαύμαζαν την ομορφιά και τη γενναιότητα της αγαπημένης του: τα τριάντα φιλιά του ήλιου που τον συνόδευαν όπου και να πήγαινε ακόμα και στα πιο σκοτεινά μέρη της τουρκοκρατημένης πατρίδας του. Μόνοι τους πάνω στη λίμνη κοίταζαν τον ορίζοντά της. Εγκλωβισμένη μέσα στη γη, έλουζε τη χώρα. Η λίμνη η μόνη που σήκωνε τον ήλιο. Είχε πιεί όλο το βάρος του. Τους έβλεπε αγκαλιασμένους λες και ήταν η ψυχή και η ζωή του ίδιου σώματος. Το δώρο της ζωής κι ο βράχος της ψυχής έβλεπαν πάνω στη λίμνη της μνήμης. Όταν πέρασε πίσω από το νησάκι κι αντίκρισε τα κομμάτια του λαού του, ο πόνος της καρδιάς του έγινε αβάσταχτος. Ήξερε ότι ο κλέφτης είχε κλάψει τη φτώχια τους, όμως στο ίδιο μέρος είχε πάρει την απόφασή του. Εδώ θα έδινε τη μάχη της ζωής του ακόμα κι αν έπρεπε να πεθάνει δύο φορές η ψυχή του. Στην αγκαλιά του είχε τα τριάντα φιλιά του ήλιου και το χώμα έγινε σώμα. Κοίταζε το νησί κι έβλεπε τη μνήμη του μέλλοντος. Κάποτε και η πατρίδα του θα ήταν ελεύθερη πάνω στο γαλάζιο της θάλασσας και κάτω από το λευκό του ουρανού. Έπρεπε όμως να γυρίσει ο ήλιος κι έπρεπε να περάσει η νύχτα. Στον γυρισμό, όταν πια η λίμνη είχε σμίξει με τον ουρανό και η πόλη είχε γίνει μία φωτεινή γραμμή, ο εγγονός είδε τους προγόνους του να επιστρέφουν στη γη τους. Η ζωή και η ψυχή είχαν κλέψει τη μνήμη της λίμνης για να σπείρουν τη σπορά της ελευθερίας μέσα στην αντίσταση και τη θυσία του λαού.

Τα σπαθιά του χρόνου (18)

Μέσα στην παλιά πόλη, ο χρόνος είχε σταματήσει και τα σπαθιά του παρέμεναν ακίνητα. Μόνο ένας άνθρωπος μπορούσε να ακούσει τον ήχο του μυστικού του. Το βλέμμα του κοίταζε μόνο τους κύκλους των χεριών του. Ένας παράξενος φακός στο δεξί του μάτι εξέταζε τα γρανάζια του χρόνου. Όλος ο κόσμος του χωρούσε σε μία παλάμη, όμως αυτή η παλάμη δημιουργούσε το σύμπαν. Με ακρίβεια το χέρι του άγγιζε την καρδιά του μετάλλου κι έσπαζε τα όρια της φύσης όπως του το είχαν μάθει οι παλιοί στη χώρα των βουνών. Κοντά σε μία άλλη λίμνη τού είχαν διδάξει τα μυστικά του χρόνου. Τότε έμαθε πως τα μεγαλύτερα ταξίδια ήταν ακίνητα. Όλος ο κόσμος ταξίδευε πάνω του. Κι αυτός ακίνητος, με τα σπάνια εργαλεία του, άγγιζε τα βάθη του χρόνου. Εκεί συνάντησε για πρώτη φορά τον τρομερό κλέφτη. Εκεί έσμιξαν ο μέγας και ο μικρός κόσμος. Ήταν σαν να περίμενε ο ένας τον άλλον. Η τεχνική αγκάλιασε την τέχνη κι η τέχνη τον κόσμο. Τότε ο χρόνος χάρισε τα σπαθιά του στον κλέφτη. Ο ένας ήταν ο μόνος που ήταν ικανός να τα επινοήσει κι ο άλλος ήταν ο μόνος που ήταν ικανός να τα χειριστεί. Σ’ αυτήν τη νέα μάχη που θα έδινε ο κλέφτης χρειαζόταν όλη η δύναμη του χρόνου διότι ήταν μόνος. Εκείνη τη στιγμή όμως κατάλαβε πως θα ήταν μόνος του πολλές φορές κι έτσι έγινε. Όπως τα σπαθιά του χρόνου έσχιζαν συνεχώς τη μέρα και τη νύχτα για να γεννηθούν οι νέες μέρες και νύχτες, έτσι και η ψυχή του κλέφτη έσχιζε συνεχώς τις ζωές του. Ακίνητη μέσα στις ζωές, η ψυχή θα ήταν η μόνη που θα ταξίδευε πραγματικά. Αυτό είδε ο φίλος του εκείνη τη μέρα και γι’ αυτό του χάρισε τα σπαθιά του χρόνου.

Χούφτες φωτός (19)

Όπως το ήξεραν οι φίλοι του, το ήξερε κι αυτή. Ο κλέφτης θα ’ρχόταν να τους βρει όπου κι αν ήταν. Δεν είχε δώσει καμία υπόσχεση. Όμως όλη του η ζωή ήταν μία υπόσχεση κι όλοι το ήξεραν. Ακόμα κι όταν έμαθαν ότι πέθανε, όλοι τον περίμεναν. Ο θάνατος δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Όλες οι χούφτες ζωής ζούσαν με την ελπίδα του ερχομού του. Εκείνος όμως όπως κι η ελπίδα δεν ήλπιζε τίποτα. Το μέλλον θα ήταν το έργο του. Αν υπήρχε ανάγκη, η ψυχή του σαν παγωμένη λίμνη μπορούσε να σηκώσει το βάρος ενός στρατού. Ακόμα και νεκρός αγκάλιαζε τη ζωή. Εν ζωή, η πληγή του ήταν χάδι. Το χέρι του ήταν μία χούφτα φωτός μέσα στη νύχτα. Όλοι το ήξεραν, όμως εκείνη το ένιωθε. Είχε δώσει τη μάχη των κορμιών κι είχε νιώσει τη δύναμη της αγάπης του. Κάθε της σκέψη ήξερε πόσο το ζευγάρι τους ήταν ένας και μόνος άνθρωπος. Όμως εκείνες τις στιγμές όπου τα σώματα γίνονταν ένα μέσα στη νύχτα της κατοχής, όπου έσπαζαν όλα τα όρια των κορμιών, ένιωθε τη μοναδικότητα της ανθρωπιάς του. Κι εκεί που δεν υπήρχαν πια σχέσεις, έβλεπε την έκταση του κόσμου του. Όλες οι κραυγές των εχθρών σώπαιναν μπροστά στη δύναμη της σιωπής. Και μέσα από τα λόγια της και τις σκέψεις του ζωντάνεψε και πάλι η πατρίδα τους. Ήταν η ζωή του και ήταν η ψυχή της. Ήταν τα λόγια του και ήταν οι σκέψεις της. Μπορεί η κατοχή να είχε κλέψει τα άστρα της πατρίδας της, ήξερε όμως πως ο άλλος της εαυτός, ο κλέφτης της νύχτας, θα τα έφερνε και πάλι ένα-ένα πίσω ακόμα κι αν έπρεπε να κάψει τις χούφτες του φωτός.


Το φαρί της νύχτας (20)

Τα αλύπητα όπλα του, οι τρομερές του οπλές δεν είχαν ξεχάσει τίποτα. Η πλούσια χαίτη του έκρυβε τις πληγές των μαχών που είχαν γίνει σύμβολα της αντίστασης. Ζούσε μόνο τ o υ. Κανείς δεν τολμούσε να το πλησιάσει ακόμα κι εκείνη την ημέρα που μπήκε στην εκκλησία. Όλοι ήξεραν ότι το τετράποδο άλλο εγώ του κλέφτη, πάντα απετάλωτο, ποτέ του δεν δέχτηκε τα δεσμά των ανθρώπων ακόμα κι όταν συνάντησε τον κλέφτη. Τον ξεχώρισε από τους άλλους γιατί τίποτα δεν ήταν δικό του. Μοίραζαν τον ίδιο κόσμο, την ίδια εποχή. Ζούσαν ανεξάρτητα. Η τρομερή τους συμμαχία έγινε όταν ήρθαν οι κατακτητές και θέλησαν να τους πιάσουν και ν’ αρπάξουν τη γη τους. Τότε ο ένας έγινε το φυλαχτό του άλλου. Κι οι δυο τους πάλευαν για τον άλλον. Τότε μόνο απέκτησαν τα σιδερένια τους άκρα για ν’ αντισταθούν στην ημισέληνο που ήθελε να καταπατήσει τη γη του ήλιου. Όλα σκοτείνιασαν για να φανεί η δύναμη της σελήνης, όμως οι δυο τους κράτησαν βαθιά μέσα στα σπλάχνα τους τα κομμάτια του ήλιου. Άρχισαν να ξεσηκώνουν κι άλλους αλλά ήταν πάντα μόνοι τους ακόμα και με τους δικούς τους. Όλοι τους ήξεραν πως κομμάτιαζαν με τα σιδερένια τους άκρα εκείνους που υπάκουσαν στο ασήμι και κανείς δεν ήθελε να βρεθεί κοντά τους την ώρα της μάχης, τόσο φοβόντουσαν τη θύελλα που προκαλούσαν. Όταν έφυγε ο κλέφτης, το φαρί δεν έσκυψε μπροστά στο φεγγάρι. Περίμενε να τελειώσει η έκλειψη. Χάθηκε μέσα στη νύχτα της κατοχής. Όλοι όμως ήξεραν τι περίμενε κι όταν έλαμψε και πάλι ο ήλιος, κατάλαβαν πως ήρθε η μέρα της Δευτέρας Παρουσίας.

Η πρώτη φωτιά (21)

Όταν τέλειωσε ο χορός, έκλαιε η καμπάνα του χωριού. Χρόνια είχαν ν’ ακούσουν και να δουν τέτοιο χορό. Όλοι τους θυμήθηκαν τα παλιά. Κοίταζαν τον νέο κι έβλεπαν τον γέρο. Η συνείδησή του σήκωνε ήδη το βάρος του κλέφτη και πάνω στο στήθος του τα τριάντα φιλιά έκαιγαν. Δεν έπρεπε να περιμένουν άλλο. Ο κλέφτης θα ερχόταν, ήταν πια σίγουρο. Έπρεπε να ετοιμαστούν για τη μάχη του ήλιου και της σελήνης. Η νύχτα τέλειωνε, όμως δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Όλοι μαζί έπρεπε να σηκώσουν τον ήλιο δίχως να περιμένουν το τέλος της έκλειψης. Για να ζήσουν και πάλι την ειρήνη έπρεπε να μπουν στη φωτιά. Μέσα στη νύχτα της κατοχής μόνο η φωτιά μπορούσε να φέρει το φως. Τα μάτια του εγγονού πετούσαν ήδη φλόγες. Όλοι το έβλεπαν κι άναβαν οι ψυχές τους. Οι παλιοί πήραν την απόφασή τους και τον πήραν μαζί τους στα μέρη που μόνο εκείνοι ήξεραν. Εκεί του έδειξαν τα όπλα τους και το μπαρούτι που είχαν μαζέψει μυστικά ακόμα κι από τους κατοίκους του χωριού. Εκείνοι ήταν έτοιμοι, η δεύτερη επανάσταση δεν περίμενε πια τη βοήθεια των ξένων. Όλες οι δυνάμεις τους ήταν εδώ, πάνω σ’ αυτήν την ξερή γη που δεν γνώριζε νερό παρά μονάχα φως. Αν το άξιζαν, θα ζούσαν ελέυθεροι αλλιώς θα πέθαιναν όπως οι δούλοι. Όταν έπεσε η νύχτα έδωσαν ένα φαρί γρήγορο σαν τον άνεμο στον εγγονό του κλέφτη για να ειδοποιήσει τα άλλα χωριά. Κι εκείνος έφυγε για ν’ ανάψει τη φλόγα του γένους σε κάθε χωριό της αντίστασης. Μαζί του είχε τα τριάντα φύλλα. Πάνω τους θα έγραφε την ιστορία της πατρίδας του.

Το μελάνι της σκέψης (22)

Κανείς δεν ήθελε να υπερασπίσει το πλιθόχτιστο χάνι. Βρισκόταν σε πεδινό μέρος κι ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός. Όμως η κεφαλή που έμοιαζε με κάστρο είχε πάρει την απόφασή της. Οι πλάτες του θα γίνονταν βράχος και τα στήθια του τείχος για να σώσει το χάνι. Κοίταξε τα παλληκάρια του στα μάτια και φώναξε η τόλμη του. Έσυρε πρώτος τον χορό κι όποιος ήθελε να τον ακολουθήσει τον έπιανε. Στο τέλος του χορού εκατό παλληκάρια κλείστηκαν στο χάνι, άνοιξαν πολεμίστρες και περίμεναν τον εχθρό. Εκείνος φάνηκε την άλλη μέρα και χτύπησε με μανία τους δικούς του. Όμως κανείς δεν λύγισε. Σκορπούσαν τον θάνατο και τα κορμιά σχημάτισαν σωρούς. Μόνο με τη νύχτα σταμάτησε η μάχη. Ήθελαν να φέρουν κανόνια για να γκρεμίσουν το χάνι. Τότε άνοιξε τον δρόμο το κάστρο της σκέψης κι έπιασαν τα βουνά της νύχτας. Ένα φαρί τούς οδήγησε πάνω στο κρυφό μονοπάτι. Ήταν η πρώτη φορά που κοίταξε ανθρώπους. Όλοι προχωρούσαν σαν φαντάσματα της κατοχής. Κανείς δεν πίστευε ότι ήταν ακόμα ζωντανοί. Εκτός από έναν που είχε ήδη πεθάνει για τους δικούς του. Το σπασμένο σπαθί του είχε μια παράξενη χειρολαβή, όμως κανείς δεν την είχε προσέξει. Μόνο οι εχθροί σάλεψαν όταν την είδαν. Δεν πρόφτασαν να μιλήσουν όμως. Τους πήρε ο θάνατος όταν τα σιδερένια άκρα έσχισαν τον άνεμο. Ανέβηκαν στα βουνά με το βάρος της ζωής. Οι ψυχές τους την σήκωναν για άλλη μια φορά. Ο αγώνας είχε αρχίσει κι είχαν σφραγίσει τη μοίρα τους. Κι ένας μόνο κρατούσε τη μυστική σφραγίδα και το μαύρο μελάνι της ιστορίας τους. Τώρα οι δικοί του θα την έγραφαν ώσπου να πάψει το μελάνι του.

Τα κομμάτια του χρόνου (23)

Πάνω στη σκακιέρα είχαν μείνει ελάχιστα κομμάτια. Είχε γίνει μια μεγάλη μάχη πάνω σ’ αυτόν τον μικρό κόσμο. Ο μαθητής κοίταζε τη σκακιέρα κι ο δάσκαλος τον μαθητή. Έπρεπε να λύσει ένα απλό πρόβλημα. Τα κομμάτια ήταν τόσο λίγα που ακόμα κι η αναλυτική εξέταση όλων των κινήσεων ήταν αρκετή για να βρει τη λύση. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Αν όμως ήταν όντως έτσι, ο δάσκαλος δεν θα του το είχε δώσει. Όλα φαίνονταν τόσο απλά κι όμως δεν έβλεπε τη λύση. Ερευνούσε μία-μία όλες τις ιδέες του και κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, δεν υπήρχε λύση. Τα κομμάτια ήταν μπροστά του, δεν υπήρχε καμία μυστική παγίδα. Τα κοίταζε μα δεν τα έβλεπε. Ο δάσκαλος δεν μίλησε μα του έκανε ένα σχήμα με το χέρι. Ο μαθητής τον κοίταξε περίεργα. Ήταν σαν να του έλεγε ότι η λύση δεν ήταν αναγκαστικά μπροστά του. Μα τότε πού βρισκόταν; Δεν υπήρχε χώρος για να κρυφτεί... Υπήρχε όμως χρόνος! Η λύση ήταν κρυμμένη μέσα στον χρόνο! Κοιτάζοντας μόνο το παρόν, το μέλλον του φαινόταν απίθανο. Έπρεπε να δει και το παρελθόν για να επινοήσει το μέλλον. Ο μαθητής έγειρε λίγο το κεφάλι του για να δείξει στον δάσκαλο πως κατάλαβε και το βουβό στόμα χαμογέλασε. Ο κλέφτης θα ερχόταν από το παρελθόν για να τους χαρίσει το μέλλον. Το παρόν ήταν μόνο μια στιγμή. Είχε ήδη αρχίσει το έργο του. Ο μαθητής έπιασε το κομμάτι κι έκανε την οριστική κίνηση. Το μάθημα είχε τελειώσει, η μάχη είχε αρχίσει στον άλλο κόσμο.

Το μυστικό του χαρακτικού (24)

Τίποτα δεν είχε ξεχάσει, μόνο τη ζωή του είχε χάσει σ’ αυτόν τον παράξενο αγώνα. Ξανακοίταξε προσεχτικά την παλιά γκραβούρα. Προσπαθούσε να δει αυτό που δεν έβλεπε. Ο χαράκτης είχε βάλει όλο το πνεύμα του κλέφτη μέσα στο έργο του. Η παραμικρή λεπτομέρεια ήταν μια κρυφή ένδειξη. Το μυαλό του σάλεψε. Είχε βρει αυτό που έψαχνε. Ήταν πάνω στην ενδυμασία των κατακτητών. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Πάνω στο δεξί μανίκι του βαρβάρου υπήρχε ένα παράξενο σημάδι. Πήρε βιαστικά έναν φακό πάνω στο τραπέζι του δασκάλου του και το κοίταξε με όλη του την προσοχή. Τώρα ήταν βέβαιος. Ο δάσκαλος είχε δίκιο ως ένα σημείο. Είχαν προδώσει τον κλέφτη. Το σημάδι ήταν το στίγμα του προδότη. Μόνο το μυστικό τάγμα το γνώριζε. Ο προδότης ήταν ένας από τους σαράντα. Ο δάσκαλος το ήξερε. Με το σημάδι, ο μαθητής κατάλαβε ποιος από τους σαράντα είχε δώσει τον κλέφτη. Ήταν γνωστός από όλους. Σ’ εκείνη τη θρυλική μάχη ήταν ο μόνος που είχε δείξει δειλία. Και μετά όλοι οι αγωνιστές τον απέφευγαν. Μόνο ο κλέφτης τον κράτησε κοντά του. Ο μαθητής προσπαθούσε να καταλάβει τον λόγο της θανάσιμης προδοσίας, κοιτάζοντας και πάλι το χαρακτικό. Όπως με το πρόβλημα του δασκάλου του, είχε τώρα όλα τα δεδομένα και η λύση δεν ήταν αναγκαστικά μπροστά του. Μπορούσε όμως να τη βρει με τα ίχνη του χαράκτη που είχε κρύψει μέσα στο ξύλο τα δεινά του παρελθόντος. Με τον χρόνο έβλεπε τα φαντάσματα να ζωντανεύουν. Σιγά-σιγά, η μνήμη του γινόταν ένα έργο με όλα του τα παρασκήνια. Το έργο ήταν το παν κι αυτός ένα τίποτα, όμως αυτό το τίποτα εκείνη τη μέρα κατάλαβε το παν.

Τα ελεύθερα φαντάσματα (25)

Εκείνο το χωριό ήταν γνωστό σε όλους. Η φήμη του είχε περάσει πάνω από τα χιονισμένα βουνά της κατοχής. Εκεί ο κατακτητής δεν μπόρεσε να επιβάλει τον νόμο του. Οι ελεύθεροι, όπως τους ονόμαζαν, δεν άφησαν σε κανένα το δικαίωμα να τους καταπατήσει. Όμως με τα χιόνια είχαν μείνει τόσο λίγοι που προτίμησαν να κρυφτούν στα βουνά. Οι περισσότεροι είχαν πεθάνει διότι κανείς δεν αντιστέκεται στη δύναμη του χρόνου και οι άλλοι είχαν πια γεράσει όταν έφτασε ο εγγονός του κλέφτη. Όλοι τους ήταν μεγάλοι κι η φήμη τους μεγαλύτερη, όμως υποδέχτηκαν τον εγγονό με δέος. Όλοι τους τον είχαν αναγνωρίσει. Δεν αναγκάστηκε να μιλήσει. Όλοι τους ήξεραν τον παππού του. Εκεί είχε γεννηθεί η οικογένειά του. Ποτέ τους δεν τον είχαν δει, όμως όλοι τους θεωρούσαν πως ήταν δικός τους μόλις τον είδαν. Τους μίλησε με σεβασμό και τον άκουσαν προσεχτικά. Διαφωνούσαν, όμως περίμεναν να τελειώσει. Ήθελε να τους πείσει να πιάσουν τα όπλα για άλλη μία φορά. Έλεγε πόσο συμβολική θα ήταν η παρουσία τους στη μάχη. Μα εκείνοι που ήξεραν από σύμβολα δεν απάντησαν. Τόσα χρόνια ζούσαν ολομόναχοι επειδή είχαν αντισταθεί με όλες τους τις δυνάμεις στον κατακτητή. Είχαν θυσιάσει τις οικογένειές τους για ’κείνο τον αγώνα, όμως κανείς δεν τους είχε βοηθήσει όταν γέρασαν. Όλοι θυμόντουσαν τη φήμη τους, όμως είχαν ξεχάσει τους ανθρώπους. Είχαν πια γίνει τα φαντάσματα των βουνών και κανείς δεν τους φοβόταν πια. Όμως έπιασαν τα όπλα τους όταν ο εγγονός τούς είπε ότι ήταν κι αυτός ένα φάντασμα του χρόνου.

Το φιλικό πνεύμα (26)

Στην αίθουσα του παλατιού, μια μικρή ορχήστρα έπαιζε αυστριακή μουσική. Όλοι άκουγαν με χαρά εκείνη την ήρεμη μελωδία. Όλοι εκτός από έναν. Κάθε νότα τού θύμιζε τον φανατισμό των φιλότουρκων Αυστριακών που πολεμούσαν τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης και που δεν δίστασαν να παραδώσουν τους συντρόφους τους στον πασά. Ενώ έπαιζε η μουσική τους, άκουγε τις φωνές όταν τους στραγγάλισαν και τον θόρυβο από τα πτώματά τους όταν τα έριξαν στον ποταμό. Δεν ήξερε ακόμα τι να κάνει για να πάρει εκδίκηση και περίμενε το τέλος της συναυλίας. Τον είχαν καλέσει ανώνυμα. Δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί την πρόταση διότι θα έμενε εκτεθειμένος. Κοίταζε τους καλεσμένους για να λύσει το μυστήριο, όταν κάποιος τον έπιασε από τον ώμο, γύρισε το βλέμμα του και κατάλαβε. Έτσι έγινε η πρώτη επαφή τους. Το τέλος της συναυλίας σφράγισε το τέλος της αυτοκρατορίας. Κανείς δεν το κατάλαβε εκείνη τη στιγμή εκτός από τρεις πατριώτες. Και μόνο εκείνος που γνώριζε τον κλέφτη ήξερε το τέλος. Είχε μιλήσει ώρες και ώρες μαζί του πριν πάρει την απόφασή του. Ο κλέφτης τού μιλούσε για το μέλλον της πατρίδας τους σαν να το είχε ζήσει. Η ιστορία του θα ήταν τα μυστικά τους. Ο κλέφτης τού μιλούσε για το παρελθόν της πατρίδας τους σαν να είχε ήδη πεθάνει. Το μυστικό του θα ήταν η ιστορία τους. Τώρα θυμόταν τη μνήμη του μέλλοντος, τώρα που θα γινόταν κι αυτός ένας φιλικός, όπως τους ονόμαζαν. Κι ένιωσε μέσα του το πνεύμα του κλέφτη που πάλευε, που πάλευε και που θα πάλευε για την ελευθερία τους.

Το χιόνι της λήθης (27)

Χιόνιζε πάνω στη μνήμη του λαού κι η λήθη ήταν όλο και πιο βαριά. Μετά από τόσα χρόνια όλα τα κεφάλια θα έπρεπε να είχαν σκύψει κι όμως εκείνα που δεν έμαθαν αυτήν την κίνηση δεν είχαν πεθάνει ακόμα. Κοιτούσαν τη θάλασσα κι έβλεπαν τον ουρανό. Κοιτούσαν την κόλαση κι έβλεπαν τη ζωή. Περίμεναν υπομονετικά κι άντεχαν τα πάντα γιατί ήξεραν τον θρύλο. Δεν ήξεραν αν ζούσε ή όχι, δεν είχε σημασία. Η ύπαρξή του ήταν αρκετή. Τώρα όμως τα χείλη τους χαμογελούσαν και πάλι. Είχαν μάθει τα νέα. Το πνεύμα του κλέφτη είχε αγγίξει τα πρώτα χωριά. Σε λίγο θα ήταν η σειρά τους να τον δουν με τα μάτια τους, να τον αγγίξουν και πάλι και να πιάσουν τα όπλα μαζί του. Πάνω στην παγωμένη γη τους, άκουγαν τα βήματά του. Η φωτιά του έλιωνε το χιόνι της λήθης. Κι ο καθένας ένιωθε την αντίσταση της πατρίδας δίχως να καταλάβει όμως ότι είχε έρθει κι η ώρα του θανάτου, η ώρα της θυσίας. Εκείνη η ώρα που κανένας δεν περίμενε και πάντα ερχόταν. Ο θρύλος κοίταζε τη λαβωμένη γη. Έπιασε μία χούφτα και την έβαλε στο στόμα του. Η μνήμη του δάγκωνε τη λήθη κι ήπιε τους ξεχασμένους διαλόγους. Ήθελε όλα τα κομμάτια του χρόνου. Χούφτωσε την παράξενη χειρολαβή και με το σπασμένο σπαθί χάραξε και πάλι το σύμβολό τους πάνω στην Αγία Τράπεζα της εγκαταλελειμμένης εκκλησίας. Έλιωσε το χιόνι και φάνηκε η πέτρινη μνήμη κάτω από την ουράνια σκεπή. Οι άγιοι των τοίχων έπιασαν τα όπλα τους και ξέφυγαν από τα πέτρινα δεσμά τους. Έπρεπε να πεθάνουν και πάλι για τον λαό τους κι ήταν τώρα έτοιμοι.

Τα τρία τόξα της μάχης (28)

Το τρίτοξο γεφύρι περίμενε τη σύγκρουση των όπλων. Τα τρία τόξα θα σήκωναν όλο το βάρος της μάχης. Οι κατακτητές το φύλαγαν εδώ και χρόνια. Κι αυτό περίμενε την ώρα της απελευθέρωσής του. Όλο το μέρος μύριζε σίδερο και μπαρούτι. Ο ποταμός ούρλιαζε ανάμεσα στα τόξα. Τα παλληκάρια σάλεψαν όταν είδαν τη μαύρη στρατιά. Είχαν μαζέψει όλα τα ασκέρια της περιοχής για να αποκρούσουν τον θρύλο. Όμως οι άγιοι τον περίμεναν με τ’ άρματά τους. Τα πέτρινα δόντια του γεφυριού δάγκωναν τον ουρανό. Οι δικοί μας είχαν πιάσει τις κορφές των βουνών ενώ οι άλλοι περικύκλωναν τα τρία τόξα. Η μέρα δεν ήθελε να πέσει πριν τη μάχη και το δειλινό αργούσε. Ο εγγονός είχε μαζέψει όλους τους μαχητές και τα φαντάσματα των βουνών. Έκρουσαν τ’ άρματα και το γεφύρι πήρε φωτιά. Το τύλιξε ο καπνός και χάθηκε πάνω στον ποταμό. Εκείνη τη στιγμή διάλεξε ο κλέφτης για να πιάσει το πρώτο τόξο με τους αγίους. Οι εχθροί τα ’χασαν όταν τους είδαν τόσο κοντά. Κανείς δεν τους είχε αντιληφθεί. Χύμηξαν πάνω τους από όλες τις πλευρές και τα σιδερένια άκρα άρχισαν να σχίζουν τον άνεμο. Η παράξενη χειρολαβή έλαμψε και πάλι και το σπασμένο σπαθί πήρε την εκδίκησή του. Οι άγιοι προχώρησαν και στο δεύτερο τόξο όμως εκεί η αντίσταση έγινε μεγαλύτερη. Τα κορμιά των νεκρών έλουσαν τον ποταμό με το αίμα τους. Η οργή των εχθρών έγινε αβάσταχτη κι οι άγιοι πολεμιστές άρχισαν να λυγίζουν. Έγιναν ένα με το γεφύρι. Τότε ρίχθηκαν στη μάχη ο εγγονός με τους ελεύθερους. Και το κύμα τους παρέσυρε όλη την πλαγιά του βουνού. Η ξερή γη ξεχείλησε πάνω στον ποταμό και τα τρία τόξα τεντώθηκαν με όλη τους τη δύναμη. Όμως οι εχθροί είχαν ήδη απομονώσει τον κλέφτη με τους αγίους στο τρίτο τόξο.

Το κόκκινο δειλινό (29)

Ο εγγονός είχε φέρει μαζί του όλο το μπουλούκι του γεφυριού. Όλοι οι κουπρούληδες θέλησαν να βρεθούν στη μάχη. Είχαν χύσει αίμα κι ιδρώτα για τούτο το γεφύρι. Οι νταμαρτζήδες, οι κτίστες, οι λασπητζήδες και τα τσιράκια κοίταζαν με θαυμασμό το έργο τους. Όμως ο θαυμασμός έγινε δέος όταν αναγνώρισαν τον κλέφτη ανάμεσα στους αγίους. Ήξεραν ότι η μάχη θα ’ταν σκληρή. Τα τρία τόξα θα έτρεμαν κάτω από το βάρος της μνήμης. Κι όταν ο εγγονός έβγαλε την κραυγή του, όρμησαν για να υποστηρίξουν τους ελεύθερους. Θα έδιναν τη μάχη της ζωής τους με το σπαθί στο χέρι. Τα ασκέρια έπεσαν πάνω τους και τα γιαταγάνια λάβωσαν τα αθώα τους σώματα. Μόνο οι ελεύθεροι κατάφεραν να σπάσουν το εχθρικό μέτωπο. Τα άλλα παλληκάρια δεν μπόρεσαν να τους ακολουθήσουν σ’ αυτήν την υπεράνθρωπη προσπάθεια κι αν δεν είχαν θυσιαστεί ο κλέφτης κι οι άγιοι για να τους σώσουν, το γεφύρι θα είχε γίνει ο τάφος τους. Ο εγγονός έπιασε το πρώτο τόξο δίχως να μπορέσει να πλησιάσει τον κλέφτη. Τον έβλεπε που πάλευε σαν αετός με τους αγίους. Ο ζωντανός θρύλος τούς είχε σώσει για άλλη μια φορά. Τη στιγμή που έπεσαν οι άγιοι, ο κλέφτης κοίταξε πίσω του. Έψαχνε τον εγγονό του με το βλέμμα του. Τον είδε ανάμεσα στους ελεύθερους και χαμογέλασε. Έπεσε τότε με λύσσα πάνω στους εχθρούς κι έσπειρε τον θάνατο γύρω του ώσπου να πατήσει το πόδι του στην άλλη πλευρά. Εκεί τον περίμεναν τα τριάντα φιλιά του ήλιου. Το κόκκινο δειλινό έπεσε πάνω στην πλαγιά του βουνού. Η απελευθέρωση του γεφυριού είχε σημάνει το τέλος της κατοχής. Τα δεσμά του κλέφτη δεν άλλαζαν τίποτα. Το ήξερε ο όμηρος, το ήξεραν κι οι εχθροί του.

Το μυστικό του σταυρού (30)

Η λίμνη είχε παγώσει. Τίποτα πια δεν την ξεχώριζε από την ξερή γη. Και το νησάκι ανήκε και πάλι στο σώμα της γης. Εκεί άγγιξαν το χώμα τα τριάντα φιλιά του ήλιου. Εκεί ήταν κι ο κλέφτης με τους αγίους. Οι κατακτητές θεωρούσαν το μέρος ασφαλές όσο υπήρχε η λίμνη. Τώρα όμως που είχε δώσει το χέρι της στη γη, φοβόντουσαν την επίθεση. Κι ήθελαν να σφάξουν τον κλέφτη και την τριανταφυλλιά του πριν έρθουν οι ελεύθεροι των βουνών. Tους οδήγησαν στο κρυφό μοναστήρι. Τα αίματα του κλέφτη πότιζαν την τριανταφυλλιά του κι εκείνη τον κρατούσε στα χέρια της σαν λαβωμένο αετό. Όταν μπήκαν στην κεντρική αίθουσα, είδαν τον σταυρό και ξαφνιάστηκαν. Ήξεραν κι οι δύο τους το μυστικό του. Οι κατακτητές τούς έστησαν κοντά στην Αγία Τράπεζα. Το ζευγάρι ήταν μόνο του κάτω από το σημάδι του σταυρού και γύρω του το σκληρότερο ασκέρι της μαύρης στρατιάς. Ξαφνικά άνοιξαν οι πόρτες του μοναστηριού κι όλοι είδαν τους ελεύθερους με τον εγγονό. Οι εχθροί έριξαν τα βόλια τους και πέτυχαν τον κλέφτη και την τριανταφυλλιά. Έπεσαν δίπλα στην Αγία Τράπεζα κάτω από το μυστικό του σταυρού. Ο εγγονός τούς είδε και ράγισε η καρδιά του, όμως δεν άφησε το σπαθί του. Οι ελεύθεροι έπαιρναν ήδη την εκδίκησή τους για τον θάνατό τους. Όταν έπεσαν οι τελευταίες σκιές της μαύρης στρατιάς, ο εγγονός πλησίασε τη ζωή και την ψυχή. Ήταν αγκαλιασμένες και κρατούσαν μαζί τον σταυρό της Αγίας Τράπεζας. Δεν ήθελε να τις πειράξει κι έπιασε μόνο τον σταυρό, το τελευταίο τους μήνυμα. Άνοιξε τη θήκη του και δάκρυσε από χαρά.

Πηγή: Σοφία Ντρέκου / Νίκος Λυγερός Λόγοι
Κείμενα Opus of N. Lygeros


N. LYGEROS PhD
OPUS

619) Τα τριάντα φιλιά του ήλιου (1). Perfection 4 7 7/2003. Fr. Les trente baisers du soleil (1).
626) Η χαράδρα της μνήμης (2). Perfection 4 7 7/2003. Fr. Les gorges de la mémoire (2). (poème).
634) Η πρώτη μέρα της νύχτας (3). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le premier jour de la nuit (3).
635) Ο εγγονός του κλέφτη (4). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le petit-fils du voleur (4).
638) Το φτερό του αετού (5). Perfection 4 8 9/2003. Fr. La plume d'aigle (5).
639) Ο λαβύρινθος του τάφου (6). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le labyrinthe de la tombe (6).
641) Ο γιος της Αγίας Τράπεζας (7). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le fils de la sainte table (7).
642) Η σφραγίδα της επιστολής (8). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le sceau de la lettre (8).
643) Η γλώσσα του πόνου (9). Perfection 4 8 9/2003. Fr. La langue de la douleur (9).
645) Ο χαράκτης της ψυχής (10). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le graveur de l'âme (10).
646) Σώμα με σώμα (11). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Corps à corps (11).
652) Τα σταυραδέρφια της ανάγκης (12). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Les frères de sang de la nécessité (12).
655) Το ξύλο της μνήμης (13). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le bois de la mémoire (13).
656) Το παιδί φαινόμενο (14). Perfection 4 8 9/2003. Fr. L'enfant phénomène (14).
662) Η μικρή εικόνα (15). Perfection 4 8 9/2003. Fr. La petite icône (15).
675) Η σκάλα της ζωής (16). Perfection 4 8 9/2003. Fr. L'échelle de la vie (16).
684) Η λίμνη της μνήμης (17). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Le lac de la mémoire (17).
685) Τα σπαθιά του χρόνου (18). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Les épées du temps (18).
689) Χούφτες φωτός (19). Perfection 4 8 9/2003. Fr. Poignées de lumière (19).
693) Το φαρί της νύχτας (20). Perfection 4 10 11/2003. Fr. Le destrier de la nuit (20).
695) Η πρώτη φωτιά (21). Perfection 4 10 11/2003. Fr. Le premier feu (21).
700) Το μελάνι της σκέψης. (22) Perfection 4 10 11/2003. Fr. L'encre de la pensée. (22)
702) De la difficulté de la simplicité en didactique. Perfection 4 10 11/2003.
703) Τα κομμάτια του χρόνου (23). Perfection 4 10 11/2003. Fr. Les pièces du temps. (23).
705) Ευρωπαϊκή ανεξαρτησία. Perfection 4 10 11/2003. Fr. Indépendance européenne.
706) Το μυστικό του χαρακτικού (24). Perfection 4 10 11/2003. Fr. Le secret de la gravure (24).
709) Τα ελεύθερα φαντάσματα (25). Perfection 4 10 11/2003. Fr. Les fantômes libres (25).
710) Το φιλικό πνεύμα (26). Perfection 5 1 1/2004. Fr. L'esprit « amical » (26).
713) La structure scénique des 30 baisers du soleil. Perfection 5 1 1/2004. Eλ. Η σκηνική δομή των 30 φιλιών του ήλιου.
714) Το χιόνι της λήθης (27). Perfection 5 1 1/2004. Fr. La neige de l'oubli (27).
718) Τα τρία τόξα της μάχης (28). Perfection 5 1 1/2004. Fr. Les trois arches du combat (28).
719) Το κόκκινο δειλινό (29). Perfection 5 1 1/2004. Fr. Le crépuscule rouge (29).
720) Το μυστικό του σταυρού (30). Perfection 5 1 1/2004. Fr. Le secret de la croix (30).

Πηγή/Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου / Νίκος Λυγερός Λόγοι
Κείμενα Opus of N. Lygeros / www.lygeros.org/Ellas/TRIANTAFILIA.htm


αρχείο-κριτικές
Virginia Firiki ...κυλά επάνω μου η ιστορία της αγάπης ...Σοφία μου!!! Μα, τι υπέροχο βιβλίο είν' τούτο!!! Αστέρι...!!! Υπέροχο το αφιέρωμά σου για τα τριάντα φιλιά...!!! Εγώ και μ' ένα μπορώ να ονειρευτώ!!! 3 Νοεμβρίου 2014 στις 2:27 μ.μ.
ιφιγένεια γεωργιάδου Χρόνια έψαχνε πληροφορίες για τον θάνατό του κι όταν βρήκε εκείνες τις γκραβούρες, κατάλαβε. Όμως το έμαθαν οι βάρβαροι κι ήρθαν τη νύχτα και τον έπιασαν. Τον βασάνισαν κάτω από τη σελήνη. Και τη χαραυγή τού έκοψαν τη γλώσσα. Δεν έπρεπε να μιλήσει. Ν.Λυγερός 3 Νοεμβρίου 2014 στις 3:01 μ.μ.

ΕΥΓΕ !!!! Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΣΟΥ ΑΞΙΟΠΡΟΣΕΚΤΗ, ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ Sophia Siglitiki Drekou 3 Νοεμβρίου 2014 στις 6:37 μ.μ.
Sophia Drekou Βιργινία μου σ'ευχαριστώ από καρδιάς... είσαι ένα λουλούδι! Φιλιά 30 κι από μένα...!!! 3 Νοεμβρίου 2014 στις 6:44 μ.μ.
Virginia Firiki Μνήμη στη λήθη Σοφία μου...!!! Μνήμη στην ιστορία ...στους αγώνες και τις θυσίες των επώνυμων και ανώνυμων ηρώων ...γιατί όλοι τους ήταν άνθρωποι με όνειρα κι ελπίδες...!!! Ελπίδες ν' ανθίσουν τα φυλακισμένα τους όνειρα!!! Θα φυλάξω τα 30 φιλιά σου...τρυφερά στο προσκεφάλι μου...!!! Χίλια ευχαριστώ αγαπημένη μου..!!! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: